ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ (17-12-99)

Πρωινή ζώνη...

Να με συγχωρεί η φιλτάτη Πόπη Διαμαντάκου, ο μαχητικός «Τηλέμαχος» της «Κ», που θα επιχειρήσω σήμερα να μπω στα δικά της οικόπεδα. Δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταπατήσω, κανείς δεν μπορεί να τα καταπατήσει, γιατί τα έχει γερά περιφράξει με γνώση και ταλέντο. Ομως, αυτή η «υπόθεση Κορκολή» και μερικά ακόμη συμπτώματα της τηλεοπτικής νόσου προκαλούν και σε μας τους υπόλοιπους ερασιτέχνες τον πειρασμό να σχολιάσουμε τα τηλεοπτικά δρώμενα. Αλλοτε από οργή και αγανάκτηση και άλλοτε για τη διασκέδασή μας.

* * *

Νομίζω ότι η πρωινή τηλεοπτική ζώνη είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα και σοβαρή από τη βαρύγδουπη βραδινή, με αυτήν που αρχίζει με το εξοντωτικό (κατ' ευφημισμό) «δελτίο ειδήσεων». Το οποίο μόλις το ακούς, λες μέσα σου... πότε να ξημερώσει να διαβάσω εφημερίδα και να μάθω επιτέλους τι ακριβώς συμβαίνει: Δεν μπορεί τα μόνα γεγονότα που συμβαίνουν στην Ελλάδα καθημερινώς να είναι: Φόνοι, ληστείες, απάτες, βανδαλισμοί, σεξουαλικές ανωμαλίες, δυστυχήματα και ποικίλες καταστροφές. Δεν μπορεί και κάτι άλλο συμβαίνει. Και όλα αυτά με ύφος και φωνή που θέλουν να σου επιβληθούν, με γουρλωμένα μάτια, όπως κάνουμε όταν θέλουμε να τρομοκρατήσουμε μικρά παιδιά. Εξουθενωμένοι οι θεατές φτάνουν στο τέλος του «δελτίου ειδήσεων» (πάντοτε σε εισαγωγικά) για ν' ακούσουν και κάτι ενδιαφέρον: Τον καιρό, τα αθλητικά και το Χρηματιστήριο. Οταν επιτέλους τελειώνει το «δελτίο ειδήσεων» και αφού δούμε και ακούσουμε τον πάσα πικραμένο από τις «πόρτες» και τα «παράθυρα» και, αφού υποστούμε με καρτερικότητα τις διαφημίσεις, ακολουθεί εκείνος ο απέραντος «χαβαλές» των εγχωρίων «σίριαλ» άσκοπος, επαναλαμβανόμενος και αφόρητα πληκτικός. Ή εκείνες οι μελοδραματικές Εσμεράλδες, λατινογενείς συνήθως και ελληνόφωνες (!) ή τα μορφωτικά ντοκιμαντέρ της τουριστικής εθνογεωγραφίας, στην οποία επιδίδονται κυρίως τα κρατικά κανάλια, λες και αποφάσισαν (το υποπτεύομαι στα σοβαρά) ν' αφήσουν όλο το γήπεδο στη διάθεση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Υποτίθεται ότι η βραδινή ζώνη απευθύνεται στο μεγάλο και σοβαρό κοινό και μάλλον έτσι πρέπει να είναι. Από αυτόν ακριβώς τον σατανικό συνδυασμό ευτέλειας, σοβαρότητας και σοβαροφάνειας προκύπτει το κωμικό αποτέλεσμα. Λέγονται τα πλέον αστεία, ευτελή και τετριμμένα με σοβαρότητα ή σοβαροφάνεια, όπως έκανε ο αξέχαστος Μπάστερ Κίτον. Και τι να πούμε για εκείνες τις... ευφυέστατες ερωτήσεις προς την... γειτόνισσα του δολοφόνου ή προς την κουνιάδα της κουμπάρας της αθλήτριας που κέρδισε κάποιο μετάλλιο! Ο,τι και να πει η βραδινή ζώνη, το κάνει με την πεποίθηση ότι απευθύνεται σε παγιδευμένο και σίγουρο κοινό, σε αγγιστρωμένο ψάρι!

* * *

Η πρωινή ζώνη αντιθέτως δείχνει σαν να μην είναι σίγουρη για τίποτα και έχει την αγωνία της κατάκτησης. Κατά τεκμήριο απευθύνεται σε θεατές που μένουν το πρωί στο σπίτι. Στις οικοκυρές, στους ηλικιωμένους, στους ασθενείς. Αυτό το κοινό, που υποτίθεται ότι βρίσκεται έξω από τα ενδιαφέροντα του δημοσίου βίου εν γένει, πρέπει να το κατακτήσει. Και οι άνθρωποι της πρωινής ζώνης φαίνεται να ξέρουν καλά ότι δεν μπορούν να το κατακτήσουν μόνο... με συνταγές μαγειρικής και βέβαια θα ήταν άκομψο και απωθητικό να εισβάλουν πρωί πρωί στο σπίτι του άλλου με μια δολοφονία ή με μια ληστεία! Αυτή η αγωνία της κατάκτησης (έτσι υποθέτω) έκανε την πρωινή ζώνη να ανακαλύπτει κάθε πρωί τα κρυμμένα θέματα και να ξεφεύγει από τον καταναγκασμό της επικαιρότητας, χωρίς να την παραγνωρίζει και να την προσπερνάει. Ολα είναι ζήτημα συνταγής. Θα το διαπιστώσετε καλύτερα όταν δείτε το ίδιο πολιτικό πρόσωπο στο «παράθυρο» της βραδινής ζώνης ή στην αντίστοιχη θέση της πρωινής. Λες και είναι άλλοι άνθρωποι! Ανετοι, ανθρώπινοι και ειλικρινέστεροι στην πρωινή ζώνη, «ξύλινοι», απάνθρωποι και επιθετικοί στη βραδινή. Διαφορές από «κανάλι» σε «κανάλι» και από παρουσιαστή σε παρουσιαστή, ασφαλώς υπάρχουν και τις ξέρετε. Αν αναφέραμε ονόματα θα κινδυνεύαμε ή να ισοπεδώσουμε τα πάντα ή να αδικήσουμε μερικούς. Υπάρχουν ωστόσο και πολλά κοινά σημεία που πιστεύω ότι οφείλονται στην ιδιάζουσα σχέση της πρωινής ζώνης με το κατά τεκμήριο κοινό της... Ειδικός δεν είμαι, σχεδόν για τίποτα. Τις εντυπώσεις μου γράφω.

Του ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗ